iliasbountouris

Τα γραπτά του

    /         /         /    

Έλα στο φως, παίζω, θα δεις..

Έλα στο φως, παίζω, θα δεις..






Ήταν τέτοιες ημέρες, πριν πολλά χρόνια.
Ήμουν δεν ήμουν 14 χρονών.
Βόλτα με έναν φίλο στο κέντρο της Αθήνας.
Στα μαγαζιά.
Πρώτα Μινιόν, μετά Κατράντζο (…αλητεία δηλαδή).
Μέχρι τον πρώτο όροφο, τα καταφέραμε με τα πόδια.
Μετά κιοτέψαμε (το είχαμε κόψει και με τα πόδια από το Παγκράτι).
Μόλις κάνει να ανοίξει η πόρτα του ασανσέρ, σαν συνεννοημένοι, χωθήκαμε μέσα.
Το ασανσέρ τεράστιο. Και άδειο.
Μόνο στην πίσω δεξιά γωνία, ένας τύπος, εξηντάρης, καλοντυμένος, ευπρεπής.
Μας έριξε ένα μάλλον καλοσυνάτο βλέμμα, ίσως και λίγο περιπαικτικό.
Ποιος να του δώσει σημασία, 14 χρονών, καταλαβαίνεις..;
‘’Δεν πάμε στον τελευταίο όροφο;’’ λέω του φίλου,
’έτσι, θα έχουμε μόνο να κατεβαίνουμε’’.
‘’Όπου και να πάτε, το ίδιο εισιτήριο θα πληρώσετε’’, απαντά ο τύπος από την γωνία.
Με φωνή κάπως συρτή, ελαφρά μελωδική και σίγουρα αλαζονική.
Και οπωσδήποτε, γνώριμη, όμως πολύ γνώριμη.
Γυρίσαμε και οι δύο, τον κοιτάξαμε.
‘’Ε, όχι τώρα, θα με πληρώσετε φεύγοντας’’ συνεχίζει εκείνος, ακόμη πιο υπεροπτικά.
‘’Πόσα θα πληρώσουμε;’’ αγρίεψε ο φίλος, τελείως ..βλάκας αυτός, μιλάμε.
‘’Ρε συ δεν κατάλαβες ποιος είναι;’’ τον κοιτάζω με νόημα και σκύβω στο αυτί να του εξηγήσω.
Αντί να καλμάρει αυτός, αγρίεψε κι άλλο.
‘’Μην του μιλήσεις’’ μου λέει, ‘’είναι δεξιός’’
(πασοκ ο φίλος, στην πιο …βολική περίοδο, και ποιός δεν ήταν τότε;).
Δεν του μίλησα. Δυστυχώς. Ούτε του ενός ούτε του άλλου.
Φτάσαμε στον τελευταίο όροφο, το ασανσέρ σταμάτησε.
Με μία ανεπιτήδευτα ευγενική και αριστοκρατική κίνηση, μας χαιρέτησε.
Και μας κοίταξε.
Με το ίδιο ακριβώς βλέμμα.
Πόσο ντράπηκα…
Κατέβηκε μαζί μας, προχώρησε με σιγουριά μέσα στο πλήθος, χάθηκε πίσω από μία κλειστή πόρτα.

Τον συνάντησα πάλι μετά από 4-5 χρόνια.
Μαζί με άλλους μεγάλους.
Κάτω από άλλες συνθήκες.
Δεν με γνώρισε, μιλήσαμε αρκετά.
Ένιωσα αμέσως την ανάγκη (…την ένιωθα για χρόνια μετά, σοβαρολογώ)
να μιμηθώ τις κινήσεις του, την κομψότητά του, τους τρόπους του.
Δεν τα ξέχασα ποτέ. Και δεν τα έχασα ποτέ. Ευτυχώς.

Και, αλήθεια, ποτέ δεν κατάλαβα, αν ήταν έμφυτα ευγενής ή απλά ένας εξαιρετικός ηθοποιός.
Και την θεϊκή φωνή του, ούτε αυτή την ξέχασα.


Ο Δημήτρης Χόρν, σαν σήμερα, 16 Ιανουαρίου 1998, πέθανε.
Αυτός ο μποέμ, με το σπάνιο χιούμορ, την αυτοσαρκαστική διάθεση
και τους αριστοκρατικούς τρόπους.
Αυτός ο πληθωρικός γόης, που αγαπήθηκε όσο λίγοι, από γυναίκες και άνδρες.
Αυτός ο χαρισματικός  ηθοποιός,
που επιζητούσε συνεχώς να έχουν τα πάντα γύρω του ποιότητα και καλαισθησία.
Που, αν και ανασφαλής καλλιτεχνικά, με τις συγκλονιστικές ερμηνείες του στη σκηνή,
μάγευε και καθήλωνε τόσο τους θεατές, όσο και τους ίδιους τους συναδέλφους του
αλλά ακόμη και τους τεχνικούς του θεάτρου.
Με ένα στυλ, που δεν κατάφερε έκτοτε να μιμηθεί κανείς.

Ο Δημήτριος – Ελευθέριος Χορν γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου 1921.
Σε μία εποχή που η Ελλάδα βίωνε άλλη μία περίοδο από τις γνωστές.
Διχόνοιας, βίας και ανασφάλειας.
Πατέρας του ήταν ο πολύς Παντελής Χορν.
Νονά του, η εμβληματική Κυβέλη.
Νωρίς νωρίς, σπουδάζει στη Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου (σημερινό Εθνικό).
Μόλις 19 χρονών, το 1940, παίζει στην οπερέτα του Στράους ‘’Η Νυχτερίδα’’.
Αμέσως μετά, παίζει μαζί με την Κοτοπούλη.
Ανήσυχος καθώς είναι, δημιουργεί τον πρώτο δικό του θίασο με τη Μαίρη Αρώνη
και σε λίγο τον δεύτερο με τη Βάσω Μανωλίδου.
Ύστερα, συνεργάζεται με τον θίασο της Μελίνας Μερκούρη και του Νίκου Χατζίσκου.
Επιστρέφει στο Βασιλικό Θέατρο, όπου παραμένει ως το 1950.
Τότε ήταν που θεώρησε πως έπρεπε να βελτιώσει τις υποκριτικές δεξιότητές του
και για να το πετύχει, ταξιδεύει τα επόμενα δύο χρόνια σε Αγγλία και Αμερική,
προκειμένου να δει πλήθος παραστάσεων.
Και το 1953 επιστρέφει, οπότε και αρχίζει ο μύθος.
Ζει έναν θυελλώδη έρωτα με την Έλλη Λαμπέτη.
Για επτά χρόνια, οι δυο τους και με τον Γιώργο Παππά, συγκροτούν έναν θίασο,
ανεβάζοντας θρυλικά έργα για τα οποία μιλά όλος ο κόσμος.
Το 1959, χωρίζει οριστικά με τη Λαμπέτη.
Έκτοτε, συνεχίζει ακούραστα με καινούρια θεατρικά, λίγο μα σπουδαίο  κινηματογράφο
και μία αξιόλογη ραδιοφωνική παρουσία.
Έχει συνάψει δυνατές φιλίες με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Αλέξη Μινωτή,
τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Το 1967, και ενώ είχε κάνει νεότατος τον πρώτο του γάμο με την Ρίτα Φιλίππου,
προχωρά σε  δεύτερο γάμο με την Άννα Γουλανδρή (τη χήρα του Παπάγου),
με την οποία μένει μαζί ως το δικό της τέλος, το 1988.
Με την μεταπολίτευση, για τις χρονιές 1974 και 1975, γίνεται διευθυντής στην ΕΡΤ.
Το 1980, ιδρύει με τη σύζυγό του, το περίφημο Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν.
Λίγα χρόνια όμως μετά, αρχίζει σιγά σιγά και χάνει το ενδιαφέρον του
για κοινωνικές και επαγγελματικές δραστηριότητες.
Από το 1994, ξεκινά η νόσος Αλτσχάιμερ.
Πεθαίνει από καρκίνο, την Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 1998.
Το 2000, καθιερώνεται στην μνήμη του, για πρωτοεμφανιζόμενους ηθοποιούς, το Βραβείο Χορν.

Σε αυτόν ανήκει η φράση ‘’η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, συνεχώς ξεψυχάει’’…


 

                                                                      Ηλίας  Μπουντούρης






ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ











 

<< Πίσω στην προηγούμενη σελίδα