iliasbountouris

Τα γραπτά του

    /         /         /    

Ο Δεκέμβριος

Ο Δεκέμβριος





- Εφέτος θαρρώ πως έχουμε συλλάβει το τέλειο σχέδιο,
είπε ο ασπρομάλλης αρχηγός Μαντρακούκος,
ο πιο πονηρός και ο πιο πανούργος από όλους τους άλλους καλλικάντζαρους.
- Ε, πώς αλλιώς, όλον τον χρόνο το μαγειρεύαμε,
συμπληρώνει ο Μαγάρας, με την τουμπανιασμένη κοιλιά,
  άλλωστε, μάθαμε κι από πέρισυ..
- Μόνο πέρισυ..; κάθε χρόνο τα ίδια παθαίνουμε! Ξεχνάτε;; 
πετάγεται κι ο καμπούρης Κοψομεσίτης
- Ε, λοιπόν, φτάνει πια! είπαν όλοι με μια φωνή. 
  Ως εδώ!

-Σσσσστ, προσπάθησε να τους ησυχάσει ο αρχηγός.
- Για να έχει επιτυχία το σχέδιό μας,
  πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε καλά όλες τις συνήθειες των αντιπάλων.
  Όλες τις συνήθειες αυτών των ημερών, καταλάβατε;
  Και όχι μόνο τις πρόσφατες. Μα για τα τελευταία τουλάχιστον 2.000 χρόνια.
  Και ποιοί είναι οι αντίπαλοι; Ρώτησε ο Μαντρακούκος.

- Οι άνθρωποι, είπαν πάλι με μια φωνή. Αυτοί που ζουν επάνω. Στη γη!

- Για να δω, είστε έτοιμοι;
  Ποιά είναι η πιο παλιά τους συνήθεια, λέγε εσύ Παγάνα, τι έχεις μάθει;

Ο Παγάνας, έξυσε τα κουνελίσια αυτιά και ξερόβηξε.
- Η πιο παλιά τους γιορτή τέτοιες ημέρες, ήταν τα Σατουρνάλια και τα γιόρταζαν οι Ρωμαίοι.
  Γρήγορα όμως, εξαπλώθηκαν σε όλον τον ελληνορωμαϊκό κόσμο,
  μιας και είχαν πανηγυρικό χαρακτήρα.
  Όταν πάντως, η ημέρα άρχιζε να μεγαλώνει, χαίρονταν πολύ με την γιορτή του ‘’Αήττητου Ήλιου’’.
  Οι χριστιανοί πάλι, φοβούμενοι τον θυμό των Ρωμαίων, σκέφτηκαν να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα,
  τις ίδιες ημέρες με τις δικές τους γιορτές, κρυφά, στις κατακόμβες.
  Αυτά έμαθα εγώ.

- Εγώ, πήρε το λόγο ο Κατσιπόδης, με τα τραγίσια πόδια,
  έμαθα ότι εκείνα τα χρόνια, σαν τέτοιες ημέρες,
  οι Ρωμαίοι συνήθιζαν να κρεμούν σε πόρτες και παράθυρα διάφορες πρασινάδες,
  όπως μυρτιές και δάφνες, κάτι που έκαναν και οι αρχαίοι Έλληνες στις δικές τους γιορτές.
  Το πιο ενδιαφέρον είναι, πως από τα κλαριά, κρεμούσαν γιορτινά φαναράκια.
  Αυτό το έθιμο, έφτασε μέχρι τα βυζαντινά – ελληνικά χρόνια αφού, ο κόσμος τότε,
  στόλιζε τα σπίτια και τα μαγαζιά του με στεφάνια και κλαριά από δάφνες ή ελιά.
  Πάντως, στην Ελλάδα, κανείς τους δεν γνώριζε για Χριστουγεννιάτικα Δέντρα.
  Τέτοιο δέντρο στήθηκε για πρώτη φορά στο Ναύπλιο και ύστερα στην Αθήνα,
  από τους Βαυαρούς του Όθωνα, μπροστά στο ανάκτορό του.
  Αυτά μπόρεσα κι έμαθα εγώ.

- Λοιπόν, ακούστε τα δικά μου νέα, ξεκίνησε ο σαραβαλιασμένος Κουλοχέρης.
  Μέχρι πριν από μερικά χρόνια, σε πολλά μέρη της νησιωτικής και ηπειρωτικής Ελλάδας  
​  τα Κάλαντα δεν τα έλεγαν ποτέ το πρωί, αλλά από τη δύση του ήλιου κι έπειτα..  
  Πολλές φορές μάλιστα, μικροί μεγάλοι γύριζαν στα σπίτια όλη νύχτα,  
​  αφού βέβαια κανόνιζαν να ξημερωθούν όλοι μαζί στο σπίτι του παπά,  
  ώστε να τον ξυπνήσουν για να αρχίσει τη λειτουργία, νωρίτερα αυτή τη μέρα..

- Και αυτά που εγώ ανακάλυψα, έχουν ενδιαφέρον,
είπε με την χαρακτηριστική φωνή του ο Βραχνάς.
  Την παραμονή των Χριστουγέννων γινόταν το ''Βάπτισμα της Φωτιάς''..  
​  Άναβαν φωτιά - που δεν έπρεπε να σβήσει για 12 μέρες! - από 3 διαφορετικά ξύλα:  
  Ελιά για τη σοδειά του λαδιού, Αμπέλι για του κρασιού και Σχίνο για τα δαιμονικά,
  για εμάς δηλαδή..  
​  Επάνω απ’ αυτήν τη φωτιά, κρατούσαν όλα τα μέλη της οικογένειας 
  την Χριστουγεννιάτικη Κουλούρα,
  ενώ ο πατέρας ή σε άλλες περιοχές η μητέρα, παίρνει κρασί και λάδι της παραγωγής τους
  και τα χύνει σταυροειδώς, μέσω της Κουλούρας προς τη φωτιά, ψέλνοντας.  
​  ''Σπάνε'' ύστερα και την Κουλούρα και όποιος βρει το νόμισμα που περιέχεται σ αυτήν,
  χα, θεωρείται ο Τυχερός της χρονιάς.

- Τώρα μου μάθανε και τρώνε όλοι γαλοπούλα, πετάχτηκε κι ο Περίδρομος,
  που φρόντιζε να καταβροχθίσει κάθε φαγώσιμο που βρισκόταν στο δρόμο του.
  Όμως εγώ, την ξέρω την αλήθεια.
  Η βρώση της ψητής ή βραστής γαλοπούλας, είναι μία νεώτερη συνήθεια
  που ήρθε στην Ευρώπη από το Μεξικό μετά το 1524.  
  Στην Ελλάδα τα πρώτα χρόνια, έμπαινε στο τραπέζι των πλουσιότερων τάξεων,  
​  που διατηρούσαν στα κτήματά τους εκτροφεία, που τα δούλευαν ποιοί λέτε;
  …Γυναίκες γαλοβοσκούδες.
  Η γαλοπούλα βλέπετε, αποτελούσε, τρομάρα τους, κι ένα καλό γεύμα σε συμπόσια και γιορτές.  
  Ο πολύς λαός όμως, πέρναγε τα Χριστούγεννα με βραστή όρνιθα και καπόνι.  
​  Μόνο σε περίπτωση αρραβώνα τις μέρες αυτές,
  στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς συνήθιζαν να σφάζουν γαλόπουλο.  
  Στον μεγαλύτερο ελλαδικό χώρο πάντως,
  στα Χριστουγεννιάτικα τραπέζια τιμούσαν - και τιμούν ακόμη - τον χοίρο,  
​  μιας και το κρέας του όπως και το θερμαντικό λίπος του, επαρκούσε για όλες τις γιορτές..

- Ωραία, πολύ ωραία, έλεγε και ξαναέλεγε ο Μαντρακούκος
χαϊδεύοντας χαιρέκακα την μακριά γενειάδα του και χτυπώντας τα ξυλοτσόκαρα.
  Είμαστε έτοιμοι. Ναι, ναι, αυτή την χρονιά είμαστε σίγουρα έτοιμοι!
  Θα προχωρήσουμε όπως ακριβώς λέει το σχέδιο.
  Εμπρός λοιπόν, σύντροφοι καλλικάντζαροι,
  συνεχίστε οι μισοί το ροκάνισμα του δέντρου που στηρίζει τη γη
  και οι υπόλοιποι ελάτε να αρχίσουμε τις ζαβολιές!

- Εσύ, Κοψαχείλη,
  φτιάξε μία συμμορία που θα τριγυρνά στις εξοχές,
  εκεί που τρέχουν γάργαρα νερά, εκεί που γυρίζουν οι νερόμυλοι.
  Όσο είναι ημέρα, θα κρύβεστε σε σπηλιές και σε κουφάλες δέντρων
  και τη νύχτα… θα κάνετε χουνέρια στους μυλωνάδες αλλά πιο πολύ, προσέξτε καλά,
  στις τροφαντές μυλωνούδες, εντάξει;
- Εντάξει, χαμογέλασε ο Κοψαχείλης
  και τα τεράστια, σαν ψεύτικες μασέλες, δόντια του, έδειξαν ακόμη πιο μεγάλα.

- Εσύ, Μαλαπέρδα,
  που δουλειά άλλη δεν κάνεις από το να βρωμίζεις τις σοδειές των ανθρώπων,
  πάρε κι άλλους τρεις και κοίτα εφέτος να καταφέρετε
  να μπείτε τις νύχτες των γιορτών στα σπιτικά,   
​  έχοντας έναν μοναδικό σκοπό: να ...κατουρήσετε ακατάπαυστα τη στάχτη στο τζάκι!   
  Κατουρήστε την τόσο πολύ,
  που οι νοικοκυρές να μη θελήσουν να φυλάξουν τη στάχτη αυτών των ημερών  
​  ούτε για αλισίβα, ούτε για μπουγάδα, ούτε για την καθημερινή λάτρα..  
  Πρέπει να την μαγαρίσετε έτσι, ώστε να πετάξουν οι ανόητες την στάχτη στα χωράφια,
  έχοντας πιστέψει πως η σπιρτάδα που απόκτησε, είναι ικανή, χααχαχα,
  είναι ικανή να σκοτώσει όλα τα ζουζούνια που θα πάνε στα δέντρα  
​  και θα προφυλάξει τα φυτά από αρρώστιες, κατάλαβες Μαλαπέρδα;
- Κατάλαβα αρχηγέ!

- Εσύ Στραβολαίμη, σαν σβούρα όπως στριφογυρίζεις,
  θα μπαίνεις στα σπίτια και όπου βρίσκεις φρέσκο γάλα, θα το χύνεις,
  άντε, σβέλτα!

- Εσύ Τρικλοπόδη, με το χταποδίσιο χέρι που μπορείς και το μπλέκεις παντού,
  να ανακατεύεις τις κλωστές της κάθε γιαγιάς, να μην σου ξεφύγει καμία!

- Εσύ, ο Ξεφτέρης,
   ψάξε τα σπίτια για μάλλινα τσουράπια, θέλω να τα ξηλώσεις όλα!

- Εσύ Παγανέ, κοντέ, μαυριδερέ, με τα αγκαθωτά μαλλιά,
  μιας και οι άνθρωποι τούτες τις ημέρες διπλοκλειδώνουν τα πορτοπαράθυρά τους,
  να βοηθάς τους άλλους να κατεβαίνουν από τους φουγάρους.
  Και να έχετε το νου σας, αν η νοικοκυρά, για να σας εμποδίσει,
  έχει τοποθετήσει στο άνοιγμα της καμινάδας καμία κρησάρα, κόσκινο ντε,
  μην ξεχαστείτε σαν άλλες χρονιές και αρχίσετε να μετράτε τις τρύπες,
  γιατί έτσι θα σας πάρει το πρωί, αφήστε που εμείς οι καλλικαντζαραίοι
  δεν πρέπει για κανέναν λόγο να προφέρουμε τούτον τον αριθμό,
  και, ανατριχιάζοντας, τους δείχνει με τα δάχτυλα τον αριθμό 3.
  Πάρε μαζί και τον Κωλοβελόνη, λεπτός και σουβλερός όπως είναι,
  μπορεί εύκολα και περνάει μέσα από τις κλειδωνιές και τις σχισμές.

- Κι εσύ Τσιγγέλα,
  αν η γριά που παραφυλάει, δεν κοιμηθεί τελικά,
  να ρίξεις από την καπνοδόχο τα χέρια – γάντζους που έχεις,
  μπας και αγκιστρώσεις κανένα λουκάνικο
  ή ρίξε μια ματιά στα λανάρια της νοικοκυράς μη μας έχει λυπηθεί
  και έχει καρφώσει εκεί επάνω, καμία τηγανίτα και για εμάς.

- Εσύ, ο Γουρλός,
  που πετάγονται τα μάτια σου σαν μεγάλα αυγά κότας,
  με τους δικούς σου, κάντε όσα πιο πολλά χουνέρια μπορείτε, σε γυναίκες:
  Και όχι σαν πρόπερσι, τότε που δύο γριές νύχτωσαν ενώ πήγαιναν στη βρύση για νερό.  
  Θυμάστε μωρέ τι πάθατε…;
  Τρέξατε εσείς να τις συναντήσετε και τις παρασύρατε με το ζόρι σε κοντινό αλώνι για χορό..
  Εκείνες όμως, πονηρές, γδύθηκαν κι άρχισαν να χορεύουν μαζί σας..!  
​  Τρομάξατε τότε εσείς κι εδώ που τα λέμε, όχι …άδικα και, τις αφήσατε ελεύθερες.

- Εσύ τώρα Μαλαγάνα, που όλους τους ξεγελάς με τις πονηριές σου,
  να προτιμήσεις τις μαμές ενώ αυτές τρέχουν να ελευθερώσουν καμία κοιλοπονεμένη
  και κοίτα να τις λαχταρήσεις!

- Κι εσείς οι τελευταίοι,
  Καταχανά που βρωμοκοπάς και Βατρακούκο που είσαι ίδιος, σαν τεράστιος βάτραχος,
  όπου δείτε ανθρώπους, να τους παρασύρετε σε χορό και σε ξεφάντωμα
  ώσπου να εξουθενωθούν από το στριφογύρισμα και να σωριαστούν στη γη!

- Καταλάβατε όλοι;
- Μάλιστα!! αποκρίθηκαν με μιας οι καλλικαντζαραίοι.

- Και τώρα οι τελευταίες συμβουλές:
  Μην πλησιάζετε όσους φορούν καινούρια ρούχα.
  Να μην προφέρετε τον αριθμό που σας έδειξα.
  Να μην κοιτάξετε ποτέ μα ποτέ, κανέναν σταυρό.
  Και μην ξεχνάτε τον πετεινό!
  Σαν λαλήσει ο πρώτος, ο μαύρος, πλησιάζει το ξημέρωμα.
  Μόλις κάνει και λαλήσει ο δεύτερος, ο κόκκινος, να ετοιμάζεστε, έχετε ακόμη χρόνο λίγο .
  Όταν όμως λαλήσει κι ο τρίτος, ο λευκός, τότε τρέξτε, τρέξτε να κρυφτείτε όπου βρείτε!!
  Εντάξει;
- Εντάξει αρχηγέ Μαντρακούκο!
- Θέλει κανείς να ρωτήσει κάτι;

- Δεν θέλω να ρωτήσω μα θέλω κάτι να πω, λέει δειλά ο Σιφώτης,
με την ολοστρόγγυλη, σαν φεγγάρι, μούρη.
  Σκεφτόμουν σύντροφοι ξωτικά και σεβαστά καλλικαντζάρια,
  ότι οι άνθρωποι εκεί πάνω, το διάστημα από τα Χριστούγεννα ως και τα Θεοφάνεια,
  το Δωδεκαήμερο όπως το ονομάζουν εκείνοι,
  λένε μόνο για εμάς, όμως, αλίμονο, εκείνοι κάνουν τις παλαβάδες όλες..
  Να, ας πούμε, οι γυναίκες δεν μπαλώνουν ρούχα, γιατί λέτε;
  για να μην μπαλωθούν τα …σύννεφα και πάψει να βρέχει,
  επίσης, δεν υφαίνουν ούτε αλέθουν στον χειρόμυλο
  για να μην προκαλέσουν, άκου λέει, …βροντές!
  Αμ το άλλο;
  Οι μπακάληδες να κρεμούν έξω από την πόρτα του μπακάλικου τα βερεσέδια
  μπας και πάρει ο άνεμος το τεφτέρι με τα χρέη κι έτσι μη δεν ξαναγίνουν του χρόνου…!

- Τι να πεις και για τα αδράχτια;
Πετάχτηκε κι ο Παρωρίτης, που η μύτη του ήταν μακριά και μαλακιά, σαν προβοσκίδα.
  Κλώθουν οι γυναίκες κάθε ημέρα κι από ένα, δώδεκα σύνολο,
  και το κρεμούν μετά στο τζάκι, να το βλέπουμε εμείς τα παγανά. Και τι;
  Να μην το πειράζουμε. Γιατί μπερδευόμαστε, λέει, καθώς μετρούμε τις κλωστές..

- Και όλοι πιστεύουν, συμπληρώνει απορημένος ο Τρικέρης, με τα τρία κέρατα,
  ότι κατά το δωδεκαήμερο των εορτών,
  οι άνθρωποι πρέπει να είναι χμμμ.. εγκρατείς και να τιμούν την οικογενειακή εστία.
  Και για να δουλέψουν, ούτε λόγος.
  Στα σίγουρα η δουλειά θα είναι πρόφαση για ξεπόρτισμα..!  
​  Λένε πώς, αν αυτές τις μέρες οι άνθρωποι το σκάσουν από το σπίτι,
  τούτο το ξεπόρτισμα θα το πληρώσουν ακριβά, γιατί…   θα τους συναντήσουν τα δαιμονικά,
​  εμείς δηλαδή
  και θα τους παιδέψουμε αλύπητα μέχρι να τους ξαναφέρουμε πίσω στην σπιτική γαλήνη...


-------------------------------------------------------------------------------------


- Όπως (περίπου) έγινε και με τη Ραλλού, την απροστάτευτη κοπέλα
  που διηγιόταν κλαίγοντας στη θειά της ότι ‘’έπεσε’’ στα χέρια των καλλικαντζάρων,
  από τα ‘’Παγανά’’ του Στρατή Μυριβήλη.
  Και που…
  ‘’ένα βράδυ, γύρισε σπίτι ξετραχηλισμένη και αλλουσούσουμη,
  με τα κουμπιά μπροστά στο μπουστάκι ξεπαρδαλωμένα.
  Δεν είπε σε κανέναν τίποτα, μόνο από κείνη τη μέρα, μόλις κι έκανε να σουρουπώσει,
  καθόταν στο παραθύρι πίσ’ από το τζάμι κι έβλεπε έξω.
  Χουχούλιζε το παχνισμένο γιαλί, το πάστρεβε αργά – αργά με την απαλάμη
  και κοίταζε έξω κατά την λαγκαδιά, με τα ζαρκαδίσια μάτια της χαμένα σε βάθος.
  Σα να ‘βλεπε ξύπνια κάποιο όνειρο,
  σα να περίμενε κάτι που ήταν για νάρθει από κει κάτω, από το σκοτεινό το σύλλογγο,
  ετσιδά κοίταζε η Ραλλού.
  - Τι έχεις ορή και κουρνιάζεις σαν την τσιφνιασμένη κότα;
  τη ρώταγε η μάνα της.
  Κι αυτή σήκωνε τους ώμους κι αναστέναζε, στόμα είχε και μιλιά δεν είχε.
  Όπου μια μέρα ακούστηκε ένα τραγούδι νάρχεται απ’ έξω.
  Αποτραβήχτηκε, δαγκάστηκε, αναψοκοκκίνησε.

  Το τραγούδι έλεγε:
  Τι με θωρείς και κρύβεσαι σαν την οχιά
                                                    στο βάτο.
  Εγώ είμουνα που σούκανα τον κόρφο σ’
                                            άνω – κάτω…

 

-  Και κάπως έτσι, με τούτα και με κείνα,
λέει σιγανά κι απόμακρα ο ξακουστός Βανβουτσικάριος,
Μέγας Καλλικάτζαρος από την εποχή του Βυζαντίου ακόμα,
  μπήκε κι αυτός ο Μήνας..

Ο  Δ ε κ έ μ β ρ ι ο ς . . . 

 

                                                                                      Ηλίας Μπουντούρης

 


ΠΗΓΕΣ

Πλούταρχος – Ιστορικός, Βιογράφος  (1ος αιώνας μ. Χ.)
Μιχαήλ Ψελλός – Φιλόσοφος, Φιλόλογος (1018-1078)
Kurt Wachsmuth – Γερμανός διανοούμενος, αρχαιολόγος, φιλόλογος (1834-1905)
Περιοδικό ‘’Πανδώρα’’ (τεύχος 1854)
Bernhard Schmidt – Γερμανός Ιστορικός, Ερευνητής ελληνικής λαογραφίας
Αλέξανδρος Μωραϊτίδης – Διηγηματογράφος, Δοκιμιογράφος (1850-1929)
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Συγγραφέας (1851-1911)
Νικόλαος Πολίτης – Λαογράφος, Ακαδημαϊκός (1852-1921)
Δημήτριος Καμπούρογλου – Ιστορικός, Λογοτέχνης, Ακαδημαϊκός (1852-1942)
Χρήστος Χριστοβασίλης – Συγγραφέας (1861-1937)
Ιωάννης Βλαχογιάννης – Συγγραφέας (1868-1945)
H. Lawson – Άγγλος ιστορικός
Στίλπων Κυριακίδης – Ιστορικός, Λαογράφος (1887-1964)
Στράτης Μυριβήλης – Συγγραφέας (1892-1969)
Θάνος Βελούδιος – Λαογράφος, Λόγιος (1895-1992)
Φώτης Κόντογλου – Ζωγράφος, Αγιογράφος (1895-1965)
Τέλλος Άγρας – Συγγραφέας, Ποιητής (1899-1944)
Περιοδικό ‘’Διάπλασις των Παίδων’’  (τεύχος 12 Ιανουαρίου 1913)
Δημήτριος Λουκάτος – Ανθρωπολόγος, Λαογράφος (1908-2003)
Γεωργία Ταρσούλη – Δημοσιογράφος, Συγγραφέας (1916-1986)
Στρατής Μολίνος – Λαογράφος, Συγγραφέας
Ντόρης Διαλεκτός – Μελετητής
Ευάγγελος Καραγιάννης – Ερευνητής
Ζυράννα Ζατέλη – Συγγραφέας

 

<< Πίσω στην προηγούμενη σελίδα