iliasbountouris

Τα γραπτά του

    /         /         /    

Ο Παγοπώλης

Ο Παγοπώλης

 

Πλησίαζε να ξημερώσει.
Στο κεφαλόσκαλο η παγοκολόνα, έλιωνε αργά.
Τι κι αν είχε χτυπήσει ο Μηνάς  το μπρούτζινο κουδούνι..
Η νοικοκυρά δεν είχε ξυπνήσει, ήταν πολύ πρωί ακόμη.
Ο πλανόδιος Παγοπώλης όμως βιαζόταν, είχε πάγο να παραδώσει.
Ίσιωσε την ποδιά, ανέβηκε στην τρίκυκλη μοτοσυκλέτα, έφυγε.
Μόλις δυο σπίτια πιο κάτω, σταμάτησε.
Φόρεσε πάλι τα γάντια.
Ξεκρέμασε τον γάντζο και με το πριόνι έκοψε ακόμη ένα μεγάλο κομμάτι πάγου.
Ανέβηκε στην πόρτα, το άφησε, χτύπησε το κουδούνι, κατέβηκε.
Κρέμασε τον γάντζο, χαμογέλασε.

Του άρεσε η δουλειά του.
Ήταν από τους πιο παλιούς Παγοπώλες ο Μηνάς.
Εδώ και χρόνια κάθε ημέρα, από τον Απρίλιο ως τον Οκτώβριο, αξημέρωτα ακόμη,
φόρτωνε στο τρίκυκλο κολόνες πάγου από το παγοποιείο του Φιξ, στα Πατήσια.
Νερό, αλάτι και αμμωνία.
Αυτά τα τρία υλικά χρειάζονταν για να παρασκευαστεί ο πάγος.
Ειδικά καλούπια δέχονταν το νερό, το οποίο κατάφερνε να ψυχθεί
με την εξωτερική βοήθεια της αμμωνίας και του αλατιού.
Μόλις ψύχονταν, ο Μηνάς, γέμιζε με παγοκολόνες την καρότσα του.
Τις σκέπαζε με πανιά, σακιά, λινάτσες ή καμιά φορά με άχυρο και,
για να μην προλάβει να λιώσει, ξεκινούσε σβέλτα την διανομή..

Η μέρα πήρε να φωτίσει,
οι νοικοκυρές, σιγά σιγά ξύπνησαν.
Έπιαναν το κομμάτι  πάγου με ένα βρεγμένο πανί
και το τοποθετούσαν σε ειδικό χώρο στο επάνω μέρος του ψυγείου.
Τα ψυγεία τότε ήταν ξύλινα, κάποιες φορές μάλιστα, αληθινά έργα τέχνης
και το εσωτερικό τους είχε επενδυθεί με λαμαρίνες.
Και είχαν δύο πόρτες, μία πάνω μία κάτω.
Το επάνω μέρος περιείχε μία δεξαμενή που κατέληγε σε μία βρύση,
την γέμιζαν οι γυναίκες και έτσι, είχαν ως το βράδυ νερό κρύο.
Ανοίγοντας την κάτω πόρτα, υπήρχαν ράφια, όπου βόλευαν τα τρόφιμα.
Όπως έλιωνε ο πάγος, έψυχε τις εσωτερικές λαμαρίνες και έτσι,
τα τρόφιμα διατηρούνταν κρύα.
Στο κάτω κάτω μέρος, υπήρχε ένα μικρό συρτάρι που μάζευε τα κρύα νερά που έτρεχαν.
Την επόμενη μέρα, περίμεναν πάλι τον Παγοπώλη..

Ο  Μηνάς ο Παγοπώλης, για τον πάγο που μοίραζε όλη την εβδομάδα,
πληρωνόταν κάθε Κυριακή.
Οι γυναίκες δε, όταν τον έβλεπαν από μακριά, κάτι μουρμούριζαν και χαζογελούσαν.
Τον αποκαλούσαν μεταξύ τους και …Μπουζιτζή,
μάλλον από την τούρκικη λέξη  ‘buz’ που σημαίνει  ‘πάγος’..
Αν και την πιο μεγάλη κατανάλωση,
του την έκαναν τα καφενεία, τα ζαχαροπλαστεία και φυσικά τα ιχθυοπωλεία.

Σιγά σιγά όμως, χρόνο με τον χρόνο, τα παλιά ξύλινα ψυγεία
αντικαταστάθηκαν από τα καινούρια ηλεκτρικά.
Πίτσος στην αρχή, Izola, Kelvinator λίγο αργότερα..
Ο Μηνάς δεν το έβαλε κάτω.
Είχε και την χειμωνιάτικη δουλειά, με το τρίκυκλο, πουλούσε ξύλα, κάρβουνα..

Σήμερα πια, όλα έχουν αλλάξει..
Το Παγοποιείο του Φιξ, ανοιχτό από το 1903, έκλεισε οριστικά το 1983.
Στην αρχή είπαν,
πως είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα της νεώτερης βιομηχανικής αρχιτεκτονικής.
Θα το διατηρούσαν είπαν, θα το ανακαίνιζαν, θα το μετέτρεπαν σε χώρο πολιτισμού.
Δεν τα κατάφεραν, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε.
Εδώ και λίγα χρόνια μάλιστα, το κατεδάφισαν.
Καθάρισαν αμέσως και το οικόπεδο..
Και τα ξύλινα ψυγεία,
ξήλωσαν το τουλπάνι από τις βρύσες  (που χρησίμευε σαν …φίλτρο)
και τα πήραν οι παλιατζήδες.
Ούτε ο Μηνάς ο Παγοπώλης περνάει για διανομή το ξημέρωμα.
Το μόνο που τον θυμίζει πια, σε όσα παλιά αρχοντικά στέκουν όρθια,
είναι το σημάδι που άφησε ο πάγος σαν έσταζε αργά στην μαρμάρινη σκάλα…


                                                              Ηλίας Μπουντούρης

 

<< Πίσω στην προηγούμενη σελίδα