iliasbountouris

Τα γραπτά του

    /         /         /    

Ο Σεπτέμβριος

Ο Σεπτέμβριος



Κάποτε, από το καλοκαίρι στο φθινόπωρο,
περνάγαμε, να έτσι, με μια δρασκελιά.
Κι από τη ζέστη και την ανεμελιά
να σου άξαφνα μπροστά μας οι δουλειές, οι βροχές και η θλίψη..
Αυτά σκεφτόταν κι ένας νεαρός, όμορφος, ατίθασος και με χρυσές ανταύγειες στα μαλλιά.
Και στεκόταν μελαγχολικός..
Και για να κάνει εκείνη την δρασκελιά, ούτε λόγος.
Ίσως μάλιστα, να ήταν και ο τελευταίος  που είχε ξεμείνει πίσω.

- "Α όχι", είπε. "Θα καθίσω εδώ, ακόμη λίγο. Ας έφυγαν όλοι.
  Εγώ θα χαρώ κι άλλο τον ήλιο, την τεμπελιά και την θαλασσινή αύρα."


Και κάνει να ξαπλώσει κάτω από μια ισκιά.

- "Έι, εσύ, Διόνυσε",

ακούει μια γεροντική φωνή πίσω από έναν πυκνό θάμνο.
- "Τι κάθεσαι; Βιάσου. Σε λίγο τελειώνει η Κλειδοχρονιά."

- "Ποιος είσαι εσύ;
  Και πώς ξέρεις το όνομά μου;
  Και ποια είναι αυτή η Κλειδοχρονιά;
  Και τι είναι τούτο το σκοτεινό πέρασμα πίσω σου
  κι εγώ δεν το έχω ξαναδεί;"


τον ρώτησε ο νεαρός, που κάνοντας δυο βήματα προς τα εκεί,
διέκρινε καλύτερα τον ασπρομάλλη γέροντα.

- "Κλειδοχρονιά, σε κάποιους τόπους,
  λένε την τελευταία ημέρα του καλοκαιριού, δεν το ήξερες;
  Σα να είναι η τελευταία ημέρα του χρόνου",
λέει ο ευγενικός γέροντας.
  "Και το σκοτεινό πέρασμα που βλέπεις, δεν είναι δα και τίποτα σπουδαίο.
  Ένα παλιό μονοπάτι είναι. Που οδηγεί στο Φθινόπωρο.
  Και επειδή πάνε πολλά χρόνια που οι άνθρωποι πια δεν περνούν από εδώ,
  κοντεύει να κλείσει από την βλάστηση."


- "Και γιατί πια δεν περνούν από εδώ;"
Ρωτάει πάλι ο νεαρός, που η περιέργειά του όλο και μεγάλωνε.

- "Μα γιατί έχουν βρει πιο σύντομο πέρασμα.
  Βιάζονται, πώς το λένε…;
  Με ένα σάλτο, έφτασαν κιόλας στο Φθινόπωρο.
  Από εδώ, πώς να το κάνεις, ο δρόμος είναι πιο μακρύς.."


- "Ε λοιπόν γέροντα, ξέρεις κάτι;
  Εγώ δεν βιάζομαι καθόλου,"

του λέει ο Διόνυσος, που κατάλαβε αμέσως ότι αυτή ήταν η ευκαιρία
για να καθυστερήσει λίγο τον πηγαιμό για το Φθινόπωρο.
 "Κι αν ευκαιρείς, θέλω να μου δείξεις το μονοπάτι."

- "Μετά χαράς", του αποκρίνεται εκείνος, "έτσι θα ξεμουδιάσω και λίγο."

Και ξεκίνησε να προλάβει τον νεαρό,
που είχε μπει κιόλας στο σκοτεινό πέρασμα.

- "Τα πρώτα πατήματα, τα έκανες πάνω στην Αρχιχρονιά",
του λέει ο γέροντας μόλις τον πρόλαβε αλαφιασμένος.

- "Τι είναι πάλι η Αρχιχρονιά;" ρωτά ο Διόνυσος.

- "Έτσι ονόμαζαν κάποτε την πρώτη ημέρα που διέσχιζαν αυτό το μονοπάτι.
  Τότε που από εδώ, ξεκίναγε ο νέος χρόνος",

του λέει ο όλο και πιο μυστηριώδης γέροντας και περνάει μπροστά.

- "Τριάντα ημέρες χρειάζονται για να το διαβείς.
  Την πρώτη μέρα δε, που πέρναγαν από εδώ",
λέει ο γέροντας κομπιάζοντας..

- "Α, εσύ θα με σκάσεις! Την πρώτη μέρα τι;"

- "Λέγονται πολλά για την πρώτη μέρα…"

- "Σαν τι δηλαδή;"

- "Ε να, κάποιοι λένε, πως την ημέρα αυτή οι έγκυες γυναίκες
  δεν πρέπει να κάνουν καμία εργασία, γιατί είναι του Αγίου Συμεών."


- "Ε και;"

- "Τότε, το παιδί που θα γεννήσει, λένε, θα έχει σημάδι. Του Αγίου.."

- "Αυτό είναι όλο;"
Ρωτάει ο νεαρός που σίγουρα, καθόλου προληπτικός δεν ήταν.

- "Όχι, λένε κι άλλα.."

- "..κι άλλα;"

- "Λένε ακόμη πως αυτή η πρώτη μέρα, είναι η Ημέρα του Χρονογράφου.."

- "Του Χρονογράφου; Άλλο κι αυτό.."

- "Κάθε τέτοια ημέρα, πιστεύουν ότι ο Χάρος καταγράφει σε ένα τεφτέρι
  όσους θα πάρει κοντά του κατά την διάρκεια του χρόνου."


- "Ωχ.." γκρίνιαξε ο νεαρός.
  "Μήπως δεν κάναμε καλά που ήρθαμε από εδώ…;"

- "Μπα, μπορούμε και εμείς να σπάσουμε ένα ρόδι."

- "Ένα ρόδι;"

- "Ναι, το συνηθίζουν σε κάποια μέρη οι άνθρωποι.
  Σπάνε ένα ρόδι στην είσοδο του σπιτιού τους
  και έτσι καταφέρνουν και ξορκίζουν τον Χάροντα.."


- "Και πιάνει;"

- "Αμέ!" χαμογελάει ο γέροντας..
  "Κάπου αλλού μάλιστα, σε ένα νησί, στην Κω,
  την τελευταία νύχτα του καλοκαιριού, αστρονομούν."


- "Τι κάνουν λέει;;" ρωτά με απορία ο νέος.

- "Αστρονομούν, έτσι το λένε.
  Στην ύπαιθρο, κάτω από τα αστέρια,
  αφήνουν ένα τσαμπί σταφύλι, ένα ρόδι, μία σκελίδα σκόρδο,
  ένα κυδώνι, ένα καρπούζι με πολλά όμως σπόρια και..
  ένα φύλλο από τον ‘’Πλάτανο του Ιπποκράτη’’.
  Το επόμενο πρωί δε της Αρχιχρονιάς, πριν βγει ο ήλιος,
  οι γυναίκες και τα παιδιά ανοίγουν το εικονοστάσι,
  παίρνουν τους ‘’αστρονομημένους’’ από πέρισυ καρπούς και πηγαίνουν στην παραλία.
  Εκεί, τους ρίχνουν στη θάλασσα και βαπτίζουν στο νερό τους φετινούς.
  Α, ξεπλένουν και το πρόσωπό τους.
  Ύστερα, μαζεύουν βότσαλα και θαλασσινό νερό από σαράντα κύματα
  και παίρνουν τον δρόμο για το σπίτι.
  Δεν ξεχνούν να σταματήσουν στον γνωστό ‘’Πλάτανο’’ και να αγκαλιάσουν τον κορμό του.
  Έτσι αυτός, θα τους χαρίσει από την δύναμή του και από τα χρόνια του.
  Στο σπίτι μάλιστα σαν γυρίσουν,
  βάζουν λίγα βότσαλα στις τσέπες, ξέρεις, για το …καλό,
  τοποθετούν και λίγα μέσα στα μπαούλα για να φεύγουν οι ποντικοί
  και σκορπίζουν τα υπόλοιπα στην αυλή.
  Επειδή τρέμουν την γλωσσοφαγιά, ραντίζουν και το σπίτι με το θαλασσινό νερό. 
  Στο τέλος, κρεμούν και στο εικονοστάσι τα σπόρια της  νέας ‘’Αρχιχρονιάς’’."


Ο Διόνυσος είχε εντυπωσιαστεί..
Δεν ξαναρώτησε.
Όλες τις επόμενες ημέρες, περπατούσε αμίλητος και σκεπτικός,
χαζεύοντας τριγύρω τις πρωτόγνωρες ομορφιές αυτού του μονοπατιού.
Τις μαγευτικές ανατολές, τα γεμάτα γλύκα ηλιοβασιλέματα
και τα σπάνια χρώματα στις φυλλωσιές των δέντρων.
Και έτσι, πέρασαν δεκατρείς ολόκληρες ημέρες..

- "Και δεν μου λες γέροντα", σπάει κάποια φορά την σιωπή του,
  "μόνο την πρώτη μέρα που πέρναγαν από αυτό το μονοπάτι
  έκαναν οι άνθρωποι όλα αυτά τα παράξενα πράγματα…;"


- "Α, όχι μόνο. Πού να δεις τι έκαναν την 14η ημέρα, να, σαν αύριο δηλαδή."

- "Ώστε γίνονταν κι άλλα.."

- "Αμέ! Την 14η ημέρα, γιόρταζαν την Ύψωση του Τίμιου Σταυρού.
  Μεγάλη γιορτή, βέβαια!
  Τόσο μεγάλη, που σηματοδοτούσε την αρχή ή το πέρας
  πολλών αγροτικών, κτηνοτροφικών εργασιών.
  Και όχι μόνο. Και  πολλών άλλων εργασιών.
  Δεν έχεις ακούσει που λένε ‘’του Σταυρού, σταύρωνε και δένε’’;
  Ακόμη και οι ναυτικοί, μετά από αυτή την ημερομηνία,
  έδεναν τα καράβια και σταματούσαν τα μακρινά ταξίδια.
  Στις εκκλησιές πάλι, αυτή την ημέρα μοιράζεται βασιλικός,
  αφού κάποιοι λένε ότι αυτός είχε φυτρώσει εκεί που βρήκαν τον Τίμιο Σταυρό.
  Και μοιράζουν και αγιασμένο νερό.
  Κάποιες νοικοκυρές μάλιστα, με αυτόν τον αγιασμό και τον βασιλικό,
  ετοίμαζαν ή ανάπιαναν όπως έλεγαν το προζύμι όλης της χρονιάς!"


Ο Διόνυσος, είχε πια αρχίσει να βαριέται..
- "Σε ένα χωριό της Κέρκυρας να δεις!
  Εκεί η κάθε νοικοκυρά, παίρνει το κλωνάρι βασιλικό και το πηγαίνει στο σπίτι.
  Μετά, άκου τι κάνει..
  Πηγαίνει αμίλητη ως το πηγάδι, παίρνει νερό και γυρίζει σπίτι.
  Εκεί, σε έναν πεντακάθαρο κάδο, ανακατεύει με μία ξύλινη κουτάλα
  το αμίλητο νερό, αλεύρι και εκείνο το κλωνάρι βασιλικού.
  Μετά το πλάθει. Και το αφήνει.
  Και αυτό λένε, φουσκώνει! Χωρίς καθόλου προζύμι!"


- "Άντε, θα έρθεις επιτέλους", φωνάζει στον νεαρό,
που είχε σταθεί πιο κει κι έπλεκε ένα στεφάνι.

- "Φορώ ετούτα τα όμορφα φύλλα κι έρχομαι."

- "Αμπελόφυλλα είναι. Και όλα γύρω σου, αμπελοχώραφα.
  Σταφύλια γεννάνε. Λογιών λογιών σταφύλια.
  Που ξεκίνησε να τα καλλιεργεί ο άνθρωπος πριν από περίπου 7.000 χρόνια.
  Και που μόνο σε αυτό το μονοπάτι ωριμάζουν.
  Θυμάσαι ωστόσο τι λέγαμε πρωτύτερα;
  Όπως περπατούν σε αυτό το μονοπάτι,
  τα φρούτα ετούτα, τα τρυγάνε πάντα μετά την 14η ημέρα.
  Και ποτέ την Τρίτη, ποτέ την Παρασκευή και οπωσδήποτε ποτέ τις αργίες!"


- "Και γιατί αυτό;"

- "Γιατί φοβούνται, φοβούνται μην ‘’βασκαθούν’’ τα σταφύλια..
  Ύστερα αυτά με την σειρά τους, παράγουν σταφίδες και κρασί."


- "Ε, όσο γι αυτά, κάτι ξέρω κι εγώ", καμαρώνει ο Διόνυσος..

- "Αυτό που σίγουρα δεν ξέρεις", συνέχισε ο λαλίστατος γέρος,
  "είναι πως η εξαγωγή της σταφίδας, μετά την επανάσταση του 1821,
  από φύτευση και εκμετάλλευση σταφιδάμπελων στην Πελοπόννησο,
  αποτέλεσε τότε την θεμελιώδη οικονομική δραστηριότητα
  που στήριξε σθεναρά το νεοσύστατο ελληνικό κράτος."


- "Το κρασί όχι;" ρωτά ο νέος.

- "Εκείνα τα χρόνια όχι.
  Η καλλιέργεια της αμπέλου κατά την διάρκεια του μεσαίωνα
  και πολύ περισσότερο κατά την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας,
  ακολούθησε μία μάλλον φθίνουσα πορεία.
  Κατά την επανάσταση δε του 1821,
  η ελληνική αμπελουργία υπέστη ολοκληρωτική σχεδόν καταστροφή."

 
- "Τι κρίμα", αποκρίθηκε ο Διόνυσος,
που ποτέ δεν έκρυψε την αγάπη του για το κρασί..

- "Στην αρχαιότητα όμως, γνώρισε μεγάλες δόξες.
  Ήταν τόσο σημαντική η αμπελουργία για την οικονομία της αρχαίας Ελλάδας,
  ώστε υπήρχαν νόμοι πολύ αυστηροί που την προστάτευαν.
  Στην Θάσο για παράδειγμα, αν πλησίαζε πλοίο στο νησί με ξένο κρασί,
  ξέρεις τι γινόταν; Δημεύονταν…!"


- "Το εμπορεύονταν μόνο ή το κατανάλωναν κιόλας;" Ρώτησε ο νέος.

- "Άκου λέει… Του έδιναν και καταλάβαινε!"
είπε, κοιτώντας με νόημα τον νεαρό..
  "Όμως ποτέ ανέρωτο.
  Η πόση άκρατου οίνου, θεωρείτο από τους αρχαίους Έλληνες
  συνήθεια μόνο των Βαρβάρων.
  Οι ίδιοι τον κατανάλωναν κεκραμένο, νερωμένο δηλαδή.
  Και μάλιστα, σύμφωνα με τον Ησίοδο, υπήρχε η συνήθεια…
  να σερβίρουν πρώτα το νερό, στο οποίο, μετά πρόσθεταν κρασί."


  "Όμως με την κουβέντα, κοίτα, σχεδόν φτάσαμε.."

- "Τελικά, ξέρεις τι επιθυμώ γέροντα;
  Να με πας σε έναν τόπο, που να μπορεί να δεχθεί το αμπέλι.
  Όσο κρατούσε η διήγησή σου,
  σκέφτηκα τόσους τρόπους για την καλλιέργειά του μα και για την οινοποίηση.
  Αυτή την γνώση, θέλω να την διαδώσω σε όλους!"


- "Εντάξει", του απάντησε ο γέροντας, κρύβοντας επιδέξια ένα χαμόγελο…
  "Θα σε πάω στην πιο κατάλληλη, στην Αττική, είμαστε ήδη στα σύνορά της.
  Να φορέσεις όμως το στεφάνι πιο καλά,
  γιατί βλέπω έρχονται κιόλας να σε υποδεχθούν.
  Είναι ο Ικάριος ο Αθηναίος, θα σε φιλοξενήσει στο δικό του σπίτι.
  Έχει μία κόρη πανέμορφη, την Ηριγόνη, τυχερός είσαι.."


Ο Διόνυσος, ίσιωσε καλύτερα το αμπελοστέφανο.
Και συνάντησε τον Ικάριο και τους Αθηναίους.
Και βλέποντάς τον δίπλα στον Γέροντα, τον πέρασαν κι αυτόν για Θεό.
Και έτσι, σαν Θεό τον υποδέχθηκαν..
Και έμαθε σε όλον τον κόσμο την τέχνη του καλού κρασιού.
Και στον τόπο εκείνης της συνάντησης, φύτεψε το πρώτο αμπέλι.
Και στην περιοχή έδωσε το όνομά του, Διόνυσος.

Και το μονοπάτι, το είπε  Σ ε π τ έ μ β ρ ι ο … 


                                                             Ηλίας Μπουντούρης


 

<< Πίσω στην προηγούμενη σελίδα