iliasbountouris

Τα γραπτά του

    /         /         /    

Ακουστά σ΄ έχουν τα κύματα

Ακουστά σ΄ έχουν τα κύματα




Είσαι νέος.
Τι λέω, έχεις γίνει άντρας πια, 19 χρονών.
Σε ένα υπόγειο μπαράκι του Παγκρατίου, πρώτη φορά είχες πάει,
γνωρίζεις μία αγγλίδα τουρίστρια, ξανθό κοντό μαλλί, νοστιμούλα.
Όμως δεν μετράει αυτό. Μετράει που είναι τουρίστρια, καταλαβαίνεις..;

Θέλεις να την εντυπωσιάσεις,
έτσι, την άλλη μέρα, με την καινούρια σου μοτοσικλέτα
και χωρίς να σε πάρει είδηση η αλητοπαρέα και σε κράξει,
την πας στο …Ζόναρ’ ς.
Θέλησες κι άλλη φορά να μπεις εκεί μέσα μα ντράπηκες.
Τώρα όμως μπαίνεις, δεν το σκέφτεσαι καν,
έχεις μία τουρίστρια να αφήσεις άφωνη, μην ξεχνάς.
Κάθεσαι κάπως άβολα, έχει πάρει το αυτί σου για ένα περίφημο παγωτό, το παραγγέλνεις,
λες διάφορες ανοησίες στα αγγλικά - τι αγγλικά δηλαδή, ο Θεός να τα κάνει -
εκθειάζεις τα προσόντα της Ελλάδας αλλά και, φυσικά, των …ανθρώπων της,
εκείνη χαμογελά, σου δίνει θάρρος, εσύ το παίρνεις και συνεχίζεις τις ανοησίες,
ρίχνεις και καμιά ματιά τριγύρω μη σε δει κανένας γνωστός,
ανάβεις κι άλλο ‘prince’, είναι βαρύ, το καπνίζουν οι μάγκες,
την έχεις εντυπωσιάσει, είναι σίγουρο, χαλαρώνεις, συνεχίζεις,
ώσπου….
ώσπου πίσω σου ακούγονται φωνές, φωνές αντρικές…
Στήνεις αυτί, σα να μαλώνουν, όμως όχι, διαφωνούν μα δε μαλώνουν,
διαφωνούν μεταξύ τους, για χίλια πράγματα, διαφωνούν φωναχτά και, φυσικά σε ενοχλούν,
εσύ έχεις …έργο να επιτελέσεις.
Με το θράσος των 19 χρόνων, γυρίζεις να ζητήσεις τον λόγο.
Έχουν περιπαιχτικό ύφος και, σα να γνωρίζεις κάποιους.
Αυτός είναι σίγουρα ο Τσαρούχης, τι ζωγράφος μεγάλος θέλεις να γίνεις αν δεν τον γνωρίζεις,
εκείνος ο αξύριστος πρέπει να είναι ο Ταχτσής, σου τον είχε συστήσει παλιότερα η Μελίνα,
θέλεις βέβαια να δεις με ποιον τα είχαν βάλει, γυρίζεις ακόμη λίγο, ξεχωρίζεις τον Ελύτη.

...Κάποιοι από τους θεούς λοιπόν, μαζεμένοι.

Και τι κάνουν;
Ό,τι όλοι οι θεοί.
Ενοχλούν τους θνητούς.
Όμως εσύ, από τότε αλαζόνας, δεν αναγνώριζες τους θεούς.
Σηκώνεσαι, μιλάς με έπαρση, πληρώνεις,
παριστάνεις πως δεν αποκαλύπτεται η ματαιοδοξία σου,
τους ρίχνεις ένα υπεροπτικό βλέμμα, παίρνεις την τουρίστρια (αυτό μας έλειπε), φεύγεις.
Στον δρόμο, σιχτιρίζεις που μπήκες εκεί μέσα, δεν πρόκειται να ξαναπάς.

Περνάνε δύο μέρες.
Ξαναπάς.
Μόνος. Ίδια ώρα.
Είναι εκεί. Ίδια παρέα. Στο ίδιο τραπέζι.
Θέλεις (ευτυχώς) να ζητήσεις συγγνώμη.
Σε γνωρίζουν.
Σηκώνεται ο Ελύτης. Αυτός, ‘ο μικρός, ο μέγας’.
Είσαι άντρας, 19 χρονών, μα, μπροστά του, παιδί.
Σου απλώνει το χέρι.
Και δεν το ξανατραβάει πίσω.
Ποτέ.
Αυτό το θαρραλέο, το ιερό χέρι.
Και σε καλωσορίζει, και απολογείται.
Εκείνος.
Και ‘μπαίνει μέσα σου σαν Πανσέληνος’.
Και σε φωτίζει, για πάντα.
Αυτός, που ‘στον Παράδεισο είχε σημαδέψει ένα νησί’.
Και που θεώρησε καλό, σαν σήμερα, το 1996, να το κατοικήσει.
Και κάθεσαι.

Και ξαναπάς, ξανά και ξανά.

Και γίνεσαι πια, στα αλήθεια, άντρας…



​                                                         Ηλίας Μπουντούρης

<< Πίσω στην προηγούμενη σελίδα